arnitiko

…με την καλή έννοια

  • μέρες αφθονίας

    Αύγουστος 2011
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    293031  
  • Kατηγορίες

  • Αρχείο

  • Δεν χωράς πουθενά

Those were the days

Posted by arnitiko στο 04/08/2011

Έκανα ένα γρήγορο ντουζ, να φύγουν τα αλάτια, και βγήκα στην αυλή, όπου είχα αφήσει μία ανοιχτή μπύρα. Πήρα στα χέρια μου το μπουκάλι. Ήταν ακόμη αρκετά κρύο. Γέμισα το ποτήρι, το σήκωσα και ήπια το μισό. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού τα δύο λεβεντογερόντια έπιναν τσίπουρο.
– Γιάννη, μη βάζεις. Δεν θα πιώ άλλο.
– Καλά δεν βάζω. Βάλε ένα μόνος σου.
– Όχι ήπια πολύ.
– Μόνο σου δεν σε είδα να βάζεις. Όλο εγώ τα γεμίζω. Βάλε ένα μόνος σου και μετά μην πίνεις άλλο.
– Καλά. Τελευταίο.
– Μην το φοβάσαι ρε το σπιτικό τσίπρο. Άμα σου λέει ο παραγωγός πιές μην το φοβάσαι.
– Α ρε Γιάννη. Είσαι ωραίος!
Τα ποτήρια άδειαζαν και η συζήτηση συνεχίζονταν γύρω από το ίδιο πάντα θέμα.
– «Το εγγόνι μου το ξέρεις;» ρωτά κάποια στιγμή ο ένας στον άλλον  δείχνοντας εμένα.
– «Όχι. Που να το ξέρω; Εδώ, μερικές φορές τον γιο σου βλέπω και δεν τον γνωρίζω» απάντησε ο άλλος. Και η αλκοποσία συνεχίστηκε χωρίς περαιτέρω συστάσεις και χειραψίες.
Συνέχισα να πίνω κι εγώ την μπύρα μου ακούγοντάς τους να λένε για κάτι λυσσασμένα σκυλιά που σκότωσαν μαζί, αλλά δεν τους έδινα πλέον σημασία.
Λίγο αργότερα κι αφού άδειασαν για άλλη μία φορά τα ποτήρια, ο ένας σηκώθηκε, χαιρέτισε κι έφυγε.
– «Βάλε μπύρα στο ποτήρι και κάτσε να σου πω μια ιστορία», μου είπε ο δεύτερος, που είχε μείνει μόνος, με άδειο το τσιπροπότηρο. Ξαναγέμισα κι εγώ το δικό μου ποτήρι και κάθισα να ακούσω.
Η ιστορία άρχισε όπως όλες οι άλλες (αυτές που ακούω μόνο εγώ από όλα τα εγγόνια του). Με τις ίδιες κινήσεις και βεβαίως τη χαρακτηριστική φράση, που αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίοδο.
«Εκείνα τα χρόνια…» παύση, ίσιαγμα το μουστάκι με το χέρι και ρούφηγμα της μύτης, «…ήμουν για ένα φεγγάρι εδώ πιο πάνω. Είχαμε κάνει καταυλισμό δίπλα σε εκείνη την μεγάλη καστανιά», έδειξε με το χέρι του το βουνό κι εγώ, αν και δεν είχα καταλάβει πια καστανιά, κούνησα το κεφάλι. «Έβαλε ο… λοχαγός να τον πω, τέλος πάντων ο διοικητής μας, εμένα κι έναν ακόμη από τη Σπηλιά, να πάμε στο διπλανό χωριό να πάρουμε τα ζώα. Εκεί είχε μαζέψει ο στρατός όλους τους βοσκούς της περιοχής με τα πρόβατα, τα κατσίκια και τα γελάδια, για να μην τα πάρουμε εμείς. Ήταν εκεί και ο πατέρας μου, που είχε πρόβατα. Εγώ τότε έκανα φασαρία, ‘ρε, τον πατέρα μου θες να σκοτώσω, να πάει άλλος’ έλεγα αλλά τίποτα. ‘Μόνο εσύ, που ξέρεις την περιοχή, μπορείς να κάνει αυτή τη δουλειά’, έλεγε ο διοικητής». Στιγμιαία μου ‘κανε φοβερή εντύπωση ότι δεν τον πείραξε πως κάποιος μπορεί να σκότωνε τον πατέρα του, αρκεί να μην τον σκότωνε ο ίδιος. Επειδή τον ξέρω καλά όμως κατάλαβα ότι αυτή η φράση ήταν απλά η επιχειρηματολογία του σε μία σκληρή εντολή. «Τελικά πήγαμε εμείς οι δύο. Φτάσαμε το βράδυ σε μια βρύση έξω από το χωριό και χωριστήκαμε. Θα πηγαίναμε ο καθένας σε διαφορετικό σημείο, για να βλέπουμε καλά, και θα περιμέναμε το πρωί. Μόλις έφεξε άρχισαν να βγάζουν οι βοσκοί τα ζώα έξω. Ακολουθούσαμε κι εμείς κρυφά. Οι βοσκοί μας κατάλαβαν κι άρχισαν να κάνουν σήμα ο ένας στον άλλον ότι (δήθεν) έρχονταν ένας αετός. Με δική μου πρωτοβουλία, γιατί η εντολή ήταν να ορμήσουμε με τα όπλα και μετά τη μάχη να πάρουμε όσα ζώα μπορούσαμε… αλλά εγώ αποφάσισαν να μην ακούσω την εντολή. Έτρεξα κι άρχισα να διώχνω τα ζώα προς το χωριό μας. Ακολουθούσαν και οι τσοπάνηδες από πίσω. Έτσι, μαζί με τον άλλον φέραμε στον καταυλισμό όλα τα ζώα και τους τσοπάνηδες μαζί, χωρίς να σκοτώσουμε κανέναν. Ανάμεσα στους τσοπάνηδες ήταν κι αυτός που πίναμε τώρα τσίπουρο μαζί. Από τότε έμεινε κι εκείνος αντάρτης, μαζί μας. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα, λέει συνέχει ‘είσαι μεγάλος’ και τέτοια».
«Τον στρατολόγησες, δηλαδή;» ρωτάω κι εγώ, για να πάρω την απάντηση «ναι, τον στρατολόγησα, μαζί με τα ζώα, χαχα».

PS1. Ο μπαρμπα-Γιάννης έχει πατήσει για καλά τα 80. Στον εμφύλιο βρέθηκε αντάρτης μαζί με τα δύο αδέρφια του. Ήταν ο μικρότερος από τους τρεις. Ο μεγαλύτερος ήταν αξιωματικός του Δημοκρατικού Στρατού και ο «θεωρητικός» της οικογένειας. Με τον συγκεκριμένο ήθελα για πολλά χρόνια να κάνω συζήτηση για τον εμφύλιο. Κάναμε πολλές πολιτικές συζητήσεις αλλά ποτέ δε μιλήσαμε για τον εμφύλιο. Τα δύο πρώτα αδέρφια την κοπάνησαν μαζί την άνοιξη, με διαφορά λίγων ημερών. Μ’ αγαπούσαν πολύ και οι δύο. Ούτε στις κηδείες τους δεν πήγα να τους χαιρετήσω αλλά ξέρω ότι δεν τα μετρούσαν πολύ αυτά. Τώρα έμεινε ο μπαρμπα-Γιάννης μόνος του. Είναι παλικάρι και δεν θέλει να δείχνει στεναχωρημένος (τον βοηθάει και το τσίπουρο). Για φόβο ούτε κουβέντα. Κι αφού τους άλλους δύο δεν πρόλαβα να τους ακούσω αποφάσισα να γράψω μερικές από τις ιστορίες του μπαρμπα-Γιάννη. Είναι πολλές. Θα έχω να θυμάμαι και να γράφω για πολλά χρόνια.

PS2. Στη φωτογραφία, το βουνό που μου έδειξε ο μπαρμπα-Γιάννης για να δω την μεγάλη καστανιά. Έχω άδικο που απλά κούνησα το κεφάλι?

PS3. Πρώτη φορά σ’ αυτό το κείμενο τον αποκαλώ μπαρμπα-Γιάννη. Από ‘μένα ακούει στην προσφώνηση «παππού».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: