arnitiko

…με την καλή έννοια

  • μέρες αφθονίας

    Οκτώβριος 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    262728293031  
  • Kατηγορίες

  • Αρχείο

  • Δεν χωράς πουθενά

Archive for Οκτώβριος 2009

temptation of an anarchist

Posted by arnitiko στο 29/10/2009

– Έλα ρε μαλάκα Κούκι. Τι σκατά έπαθες? Φρόντισε να είναι τίποτα σοβαρό γιατί με κουβάλησες άρον άρον στο κέντρο και έχω ένα σωρό πράγματα στο κεφάλι μου.
– Στο είπα ότι είναι πολύ σοβαρό.
– Για λέγε…
– Ξέρεις ρε μαλάκα τι έμαθα? Το όνομα του τύπου που πότισε βιτριόλι την Κούνεβα. Το πιστεύεις? Τον λένε…
– Πως το ξέρεις ρε μαλάκα? Τον πιάσανε?
– Εδώ είναι το σοβαρό της υπόθεσης, φίλε. Τον ξέρουν οι μπάτσοι, τουλάχιστο κάποιοι μπάτσοι, αλλά δεν τον μαζεύουν.
– Τι λες ρε μαλάκα? Είναι δυνατόν? Και τι είναι αυτός ο τύπος?
– Φασίστας πρέπει να είναι. Ρεμάλι του κεράτα. Μπλεγμένος με μπραβιλίκια και τέτοια.
– Και γιατί δεν τον μαζεύουν?
– Έλα ντε? Μπατσιλίδικα κόλπα.
– Καλά ρε μαλάκα, κι εσύ πως το έμαθες? Λένε τέτοια οι μπάτσοι σε δημοσιογράφους?
– Τι με πέρασες ρε, κανέναν φλώρο που πάει και τους γλύφει όλη μέρα?
– Γιατί, τους γαμάς στα κρυφά?
– Άντε γαμήσου ρε μαλάκα. Στο ‘χω πει χίλιες φορές: άλλο τι γράφω στην εφημερίδα κι άλλο τι κάνω. Επαγγελματίας είμαι, δε δουλεύω στον Ριζοσπάστη. Κάτσε να σου τα πω και βγάλε συμπέρασμα…

——–Cut———–

Είχε κλείσει ένα τρίωρο καθισμένος στο ίδιο παγκάκι, πάνω στην πλάτη, και είχε πιαστεί ο κώλος του. Αλλά στη συγκεκριμένη θέση έβλεπε, ανάμεσα από τα κλαδιά, απευθείας την πόρτα του καφέ, όπου τα έπινε αυτό το σίχαμα. Για παν ενδεχόμενο πριν φύγει από το σπίτι είχε πάρει μαζί του και ένα λουρί σκύλου. Στο δρόμο μάζεψε έναν κοπρίτη. Του δωσε λίγο φαΐ, τον έδεσε και τον πήρε μαζί του στο παγκάκι για ξεκάρφωμα. Επί τρεις ώρες είχε τα μάτια του καρφωμένα στην πόρτα του καφέ. Ο κοπρίτης ήταν ήσυχος κι ευτυχώς όλο αυτό το δίωρο πέρασαν μέσα από την πλατεία μόνο τρεις γέροι. Που και που έριχνε κλεφτές ματιές στο θάμνο που είχε κρύψει τη σακούλα με το σιδερικό, αλλά δεν είχε φόβο. Ψυχή δεν πλησίαζε.
Κάπνιζε το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο και προσπαθούσε να μην φιλοσοφεί περισσότερο το θέμα. Δεν είχε περιθώριο για πισωγυρίσματα. Ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν σε δύο λεπτά. Μπάμ μπαμ. Μετά είχε όσο χρόνο ήθελε να το ξανασκεφτεί. Σε τελική ανάλυση και να μετάνιωνε δεν θα χανόταν ο κόσμος. Ίσα ίσα θα βρομούσε λιγότερο.
Για το κάθαρμα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. Ακόμη και δίκη να τον περνούσαν θα μπορούσε να καταθέσει ο ίδιος ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Τον ήξερε πλέον απ’ έξω κι ανακατωτά, τι κουμάσι ήταν. Τον είχε ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά να εξομολογείται πως επιτέθηκε στην Κούνεβα. Και πάλι όμως παρασύρονταν σε προβληματισμούς. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να σκέφτεται όλα αυτά εκείνη την ώρα. Έπρεπε να παραμείνει συγκεντρωμένος αποκλειστικά στο στόχο του και να έχει καθαρό μυαλό για να αντιδράσει άμεσα και αποτελεσματικά σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Όλα τα υπόλοιπα έπρεπε να περιμένουν το πολύ για δύο ώρες (πόσο περισσότερο θα καθόταν ο κανάγιας να τα πίνει;).
Μισή ώρα αργότερα άνοιξε το δεύτερο πακέτο τσιγάρα. Ο μαλάκας δεν έλεγε να βγει από μέσα κι άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια μήπως την κοπάνησε χωρίς να τον πάρει χαμπάρι. Ο σκύλος είχε αράξει δίπλα του και είχε πάρει ένα ύφος, λες και ήξερε τι παιζόταν, ο μπαγάσας. Αραχτός και τσιτωμένος ταυτόχρονα.
Από την πόρτα του καφέ βγήκαν άλλοι δύο, αλλά τίποτα. Όταν συμπλήρωσε τρεις ώρες αναμονής άρχισε να μετράει και τα λεπτά. Τα νεύρα του κόντευαν να σπάσουν. Μια σκεφτόταν να πάρει το σκύλο και να φύγει και την άλλη να μπουκάρει μέσα στο καφέ και να φάει τον πούστη ζωντανό, μπροστά σ’ όλο τον κόσμο.
Ξαφνικά τον είδε να βγαίνει. Κουρούπελο είχε γίνει ο μαλάκας και είχε άλλους δύο μαζί του. Αν τον πήγαιναν σπίτι του, επειδή φαινόταν πολύ λιώμα, τι θα έκανε; Άνοιξε μια κονσέρβα, την έδωσε στον σκύλο για να τον ξεφορτωθεί και πήρε τον μαλάκα με τους άλλους δύο από πίσω. Στάθηκε μόνο να πάρει τη σακούλα με το κουμπούρι. Στα 300 μέτρα οι δύο μαλάκες έσπασαν κι άφησαν το απόβρασμα μόνο του. Εκείνος συνέχισε το δρόμο για το σπίτι. Ήταν τελείως λιώμα και είχε βάλει τον «αυτόματο». Περπατούσε σχετικά γρήγορα, για το μεθύσι που είχε, αλλά έχανε από κανένα βήμα και πήγαινε καρφί την ίδια διαδρομή που έκανε κάθε βράδυ. Άρχισε να τον πλησιάζει σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρα. Άνοιξε τη σακούλα, πήρε από μέσα το πιστόλι, το έβαλε στην τσέπη και πέταξε τη σακούλα σε ένα κάδο. Πρέπει να είχε ανεβάσει 120 σφυγμούς το λεπτό αλλά ήταν σίγουρος πως τα είχε όλα υπό έλεγχο. Το σίχαμα έστριψε στο δρόμο της πολυκατοικίας του κι εκείνος πλησίασε σχεδόν στα πέντε μέτρα.
Μόλις τον είδε να μπαίνει στην είσοδο του πάρκιγκ της οικοδομής κατέβασε την κουκούλα από το κεφάλι και κάλυψε το πρόσωπο. Ο μαλάκας έμενε στο ισόγειο και η πόρτα του έβλεπε στο πάρκιγκ. Ήταν ανεξάρτητη από την είσοδο της πολυκατοικίας γεγονός που διευκόλυνε την κατάσταση. Τον είχε πλέον μπροστά του να προσπαθεί να σταθεί όρθιος, μεσ’ το μεθύσι του, και να ψάχνει το κλειδί της πόρτας ανάμεσα στα υπόλοιπα που είχε στο μπρελόκ.
«Ακίνητος», ακούει μια φωνή πίσω του. Γυρνά, βλέπει μια σκιά και πυροβολεί αυθόρμητα. Βλέπει τον τύπο που του φώναξε να πέφτει στο έδαφος. Γυρνά ξανά πίσω και βλέπει τον μαλάκα να πέφτει κι εκείνος. Τι διάολο; Τρέχει στον «φαντομά» που προσπάθησε να τον σταματήσει. Βογκούσε πεσμένος κάτω. Είχε χτυπηθεί από τη σφαίρα στο πόδι και δεν μπορούσε να κουνηθεί. «Ποιος είσαι εσύ ρε πούστη;» ρωτάει χωρίς να πάρει απάντηση. Βλέπει δίπλα του ένα κουμπούρι και το κλοτσάει στην άκρη. «Ποιος είσαι ρε;» ξαναρώτα και του κόβει μια γερή κλοτσιά στην κοιλιά. Μέσα από το ψευτοδερμάτινο που φορούσε διέκρινε μια θήκη για πιστόλι. «Μπάτσος είσαι ρε καριόλη;» ρωτάει ξανά και αρχίζει να ψάχνει το σακάκι. «Μπάτσος είναι ο μαλάκας! Να σε γαμήσω ρε πούστη». Κοιτάζει στο σκοτάδι για τον άλλο τον μαλάκα. Ήταν ακόμα πεσμένος. Αρπάζει το κουμπούρι του μπάτσου, του τραβάει ακόμα μια κλοτσιά και τρέχει στον άλλον. Δεν φαινόταν να έφαγε καμιά αδέσποτη. Εξάλλου δεν ακούστηκε δεύτερος πυροβολισμός. Μάλλον από το μεθύσι έπεσε και ξεράθηκε, σκέφτηκε. Πάει να το πιάσει και τον βλέπει να κουνιέται. Σηκώθηκε στα γόνατα, ξέρασε και κάθισε δίπλα στην πόρτα του μισολιπόθυμος.
Τον παράτησε και κοίταξε πάνω στα μπαλκόνια. Δεν φαινόταν κανένας. Και να είχε βγει κάποιος έξω δεν θα μπορούσε να δει τι γινόταν. Στο πάρκιγκ είχε σκοτάδι πίσσα. Κρατούσε στα χέρια του τα δύο πιστόλια και κοίταζε μια τον μπάτσο και μια τον μαλάκα. «Θα σας γαμήσω και τους δυο ρε πούστηδες» είπε και χωρίς να χάσει χρόνο σκούπισε καλά το δικό του το πιστόλι και το βαλε στο δεξί χέρι του μαλάκα. Μετά σκούπισε καλά και τη μπαχατέλα του μπάτσου, την κράτησε με τα δύο χέρια και σημάδεψε το μίασμα στο θώρακα.
Έκλεισε τα μάτια… Τίποτα. Ξανά… Τίποτα. «Γαμιόλη είναι η τυχερή σου μέρα», είπε. Τον έφτυσε στα μούτρα και γύρισε στον μπάτσο. Του τράβηξε ακόμη μια κλοτσιά, για παν ενδεχόμενο, έβγαλε τις σφαίρες από το κουμπούρι και του το άφησε στα δυο μέτρα.
Άρχισε να περπατάει γρήγορα αλλά δεν έτρεχε. Τρία στενά παρακάτω άναψε τσιγάρο. Μέχρι να το καπνίσει έφτασε στο σταθμό. Μόλις μπήκε άκουσε ένα τρένο να πλησιάζει. Πέταξε το τσιγάρο κι έτρεξε στο πρώτο βαγόνι. Κατέβηκε δυο στάσεις πιο κάτω και περπάτησε κανένα πεντάλεπτο. Ξεφορτώθηκε τις σφαίρες και την κουκούλα. Είδε απέναντι ένα σινεμά, που έπαιζε την ταινία του Βούλγαρη. Η τελευταία προβολή είχε αρχίσει πριν από ώρα. Έκοψε εισιτήριο και μπήκε.
Ήξερε ότι κατά πάσα πιθανότητα την είχε βαμμένη. Αν τον μάζευαν οι μπάτσοι θα του φόρτωναν ολόκληρο τον εμφύλιο. Αυτό που δεν μπορούσε να χωρέσει το κεφάλι του, ήταν το πώς πήρε την απόφαση να σκοτώσει το απόβρασμα. Πόσο μαλάκας ήταν. Σπάστηκε και με την κωλοταινία του Βούλγαρη, σηκώθηκε κι έφυγε.

————Cat————

– Πού είσαι ρε και σε περιμένω τόση ώρα.
– Κουλάρισε ρε μαλακά. Όλα καλά.
– Τι «όλα καλά»?
– Όλα καλά, σου λέω. Δεν τρέχει τίποτα.
– Τι «δεν τρέχει τίποτα», ρε μαλάκα. Πες τι έμαθες. Τι λένε οι μπάτσοι?
– Δεν λένε τίποτα, σου λέω. Σαν να μην έγινε τίποτα. Δεν σε ξέρουν, δεν σε είδαν.
– Δηλαδή?
– Δηλαδή ρε μαλάκα, ο μπάτσος που χτύπησες υποτίθεται ότι περνούσε τυχαία από εκεί και τραυματίστηκε από ατύχημα. Είπε ότι εκπυρσοκρότησε το όπλο του από λάθος δικό του. Προφανώς παρακολουθούσε τον μαλάκα, αλλά αυτό δεν μπορεί να το πει.
– Με ξέρει όμως?
– Όχι δεν σε ξέρει.
– Και πως είσαι σίγουρος?
– Άμα σε ήξερε, θα γνώριζε ότι αυτή τη στιγμή μιλάμε μαζί, όπως και ότι μιλάμε από τα πάντα και φυσικά θα μας είχαν γαμήσει ήδη και τους δύο. Εξάλλου τόσες μέρες που πηγαινοέρχομαι στο σπίτι σου δεν θα με σταματούσαν? Εγώ δεν θα είχα δει κάτι? Το σπίτι είναι καθαρό. Να γυρίσεις πίσω και μη φοβάσαι. Προφανώς ο μπάτσος θα σε πέρασε για κανέναν καλόπαιδο από το σινάφι του μαλάκα του φασίστα και θα υπέθεσε ότι είχατε προηγούμενα. Ή μπορεί και να σε πέρασε για κανέναν τσαντάκια, που τα βρήκε σκούρα και τράβηξε σιδερικό. Τι να σου πω. Πάντως ούτε ξέρουν ποιος είσαι, ούτε τι ήθελες να κάνεις εκείνο το βράδυ.
– Και με τον μαλάκα τι γίνετε?
– Αυτός τα έχει χάσει τελείως. Καταρχήν πιστεύω πως δεν κατάλαβε καν ότι του την έπεσες. Δεν πρέπει να πήρε χαμπάρι τίποτα. Κι να πήρε δεν θα είναι σίγουρος αν ήταν πραγματικότητα ή τα φαντάστηκε. Είναι τελειωμένος ο τύπος. Τι να σου πω. Εγώ πάντως ρε μαλάκα, αν ήμουν στη θέση σου εκείνο το βράδυ θα τον είχα φάει τον πούστη. Δεν θα του χάριζα.
– Έτσι πίστευα κι εγώ, μεγάλε. Έτσι πίστευα κι εγώ…

Posted in Uncategorized | 3 Σχόλια »