arnitiko

…με την καλή έννοια

  • μέρες αφθονίας

    Ιουλίου 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     12345
    6789101112
    13141516171819
    20212223242526
    2728293031  
  • Kατηγορίες

  • Αρχείο

  • Δεν χωράς πουθενά

Archive for Ιουλίου 2009

you talking to me?

Posted by arnitiko στο 28/07/2009

Πήγα να πάρω ένα καφέ σε πλαστικό φορώντας μια ξεφτισμένη φόρμα, το πιο παλιό ζευγάρι σπορτέξ που είχα κι ένα κοντομάνικο μπλουζάκι με καναδιό μικρές τρύπες στην πλάτη. Ήμουν αξύριστος καμιά βδομάδα και τα μαλλιά μου ήταν άλουστα. Επειδή γουστάρω και λίγο grunge δεν με χαλούσε καθόλου η εμφάνισή μου. Ακόμη και οι γονείς μου με είχαν συνηθίσει. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο άναψα ένα τσιγάρο και μισή ώρα αργότερα είχαμε φτάσει στο προορισμό μας.
Στην είσοδο ένας περήφανος, πλην μαλάκας, νεολαίος με φρεσκοσιδερωμένη στολή, άρχισε να με κοιτάζει περίεργα. Πλησίασα, με τον πατέρα μου από δίπλα. Το περήφανο νιάτο αποδείχτηκε πιο έξυπνο απ’ όσο περίμενα. «Εσείς; Είστε για τον γιατρό;», ρώτησε όλο ευγένεια τον πατέρα μου. «Περιμένετε λίγο εδώ».
Εντελώς συμπτωματικά τη στιγμή εκείνη σταμάτησε είκοσι μέτρα από την είσοδο μια παλιά μερσέντες και βγήκε από την πόρτα του οδηγού ένας σπιντάτος φλώρος. «Θέλω να δω το γιατρό», είπε στο περήφανο νιάτο. «Θα μας βάλει τα γυαλιά ο φλώρος», σκέφτηκα αλλά πλέον δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξω τακτική. Με τον πατέρα μου διαρκώς από δίπλα, τον φλώρο και έναν ακόμα τσιγγάνο, που ήρθε αργότερα, καταλήξαμε έξω από την είσοδο του ιατρείου. Μας πλησίασε ένας «αρχαίος», έκανε τράκα τσιγάρο από τον πατέρα μου και του έπιασε κουβέντα φανταρίστικη.
Είχα χαλαρώσει, μέχρι που ήρθε ένας βαθμοφόρος και με πήρε. Με πήγε σε ένα κτίριο που ήταν όλα τα παιδόπουλα στη σειρά και τους έπαιρναν μέτρα για στολή. Υποτίθεται ότι είχα κουβαλήσει τον πατέρα μου εκεί για να μη με αφήσει στιγμή μόνο, αλλά εκείνος συνέχιζε ατάραχος την κουβεντούλα με τον «αρχαίο». Ευτυχώς όταν άρχισαν να παίρνουν κι εμένα μέτρα μπήκε στο κτίριο ένας άλλος βαθμοφόρος κι άρχισε να φωνάζει. «Τι κάνετε εκεί ρε; Δεν το βλέπεται το παιδί; Αφήστε τον, θα τον πάρω εγώ μαζί μου», είπε και με πήγε στο γραφείο του διοικητή. Από πίσω και πατέρας μου, που στο μεταξύ με θυμήθηκε. Όταν είδε τον διοικητή άρχισε αμέσως το παραμύθι. Τα έλεγε τόσο καλά (ο πατέρας μου) που κόντεψα κι εγώ να πιστέψω ότι σύντομα, με τα κατάλληλα φάρμακα θα γινόμουν καλά.
«Τι έχεις παιδί μου; Τι σε απασχολεί;» με ρώτησε ο διοικητής. «Να φύγω από εδώ το συντομότερο», σκεφτόμουν εγώ. Αλλά φυσικά δεν έβγαλα λέξη από το στόμα μου. Ολόκληρη η τακτική μου βασίζονταν σ’ αυτό: δεν έλεγα λέξη σε κανέναν!
Ο διοικητής προσφέρθηκε να με κρατήσει το βράδυ στο στρατόπεδο και να με στείλει την επόμενη στο πλησιέστερο στρατιωτικό νοσοκομείο, μιας και ο γιατρός δεν θα περνούσε τη μέρα εκείνη από το στρατόπεδο.
Ευτυχώς και πάλι παρενέβη ο πατέρας μου, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να με αφήσει μόνο και ότι θα ήταν καλύτερα να με έπαιρνε μαζί του για να με πάει ο ίδιος στο νοσοκομείο. «Εντάξει», είπε και ο διοικητής. Μαζί με εμένα τη σκαπουλάρισαν και ο φλώρος με τον τσιγγάνο, που τους άφησε ο διοικητής να φύγουν για να πάνε κι εκείνοι μόνοι τους σε στρατιωτικό τρελογιατρό. Από τότε δεν τους ξανάδα. Ούτε και όλους τους υπόλοιπους.
Δυο μέρες μετά, με τα ίδια ρούχα και με τη μάνα μου (αντί για τον πατέρα μου) περίμενα έξω από το γραφείο του ψυχιάτρου στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης.
«Περάστε παρακαλώ! Καθίστε! Εσείς, κυρία μου, μπορείτε να περιμένετε έξω», είπε και μείναμε μόνοι.
«Ποιο είναι το όνομά σου;» με ρώτησε και περίμενε για λίγα δευτερόλεπτα απάντηση. «Δεν μιλάς σε κανέναν;» απόρησε περιμένοντας -ματαίως και πάλι- μία απάντηση. «Κοίταξε, είμαι γιατρός, σ’ εμένα μπορείς να μιλήσεις» επέμεινε αλλά για τελευταία φορά. «Όπως θέλεις. Θα πρέπει πάντως να ξεκαθαρίσω ότι μόλις συμπληρώσω αυτά τα έγγραφα δεν θα έχεις άλλη ευκαιρία για να υπηρετήσεις στο στρατό. Είσαι σίγουρος γι’ αυτό;» με ρώτησε χωρίς αυτή τη φορά να περιμένει οπωσδήποτε να μιλήσω. «Σωστός ο γιατρός» σκέφτηκα εγώ αλλά δεν τον εξέπληξα δίνοντάς του μια απάντηση. Άνοιξε την πόρτα, έδωσε στη μάνα μου τα χαρτιά μου και φύγαμε.
Άλλο τίποτα από το στρατό, δεν θυμάμαι.

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια »

τελικά… πάω παραλία

Posted by arnitiko στο 03/07/2009

Δε σου λέω που είναι. Το ξέρεις. Θα είμαι εκεί, κάτω από το πεύκο, στη μέση της αμμουδιάς. Θέλω μόλις φτάσω να παγώσει ο χρόνος. Να μη γυρίσω ποτέ. Δεν θα μου λείψει ούτε το καυσαέριο, ούτε το τσιμέντο, ούτε τίποτα άλλο. Ότι χρειάζομαι θα το έχω πάρει μαζί μου. Κάτω από το πεύκο.

Posted in Uncategorized | Leave a Comment »